Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2014

Deep thought something

Πάνε 8 μήνες και 2 μέρες( ή και ίσως 3 μιας και αυτή τη στιγμή που γράφω μπαίνει η 24η Φλεβάρη του '14) από τότε που αποφάσισα να μπω και να γράψω εδώ κανονικά-κανονικά. Γιατί είχα προσπαθήσει να γράψω και τον Δεκέμβρη αλλά δεν έβγαινε τίποτα.

Κάτι βράδια σαν κι αυτά κάτι σε πιάνει και θες να γράψεις κάτι, όχι τόσο να μιλήσεις αλλά να εκφραστείς κάπως... αλλιώς. Βασικά συνειδητοποίησα ότι ήδη είμαι στην 5η γραμμή αυτού του ποστ και έχω μετρήσει 2 φορές τις μέρες που έχουν περάσει σαν φυλακισμένη. Η 2η ήταν τώρα που μέτρησα πόσος καιρός πέρασε από τότε που πήγα Ελλάδα. 6 μήνες και 15 μέρες. Το δύσκολο με την ξενιτιά τελικά δεν είναι να το αποφασίσεις να φύγεις αλλά το να καταφέρεις να περάσεις τις όποιες δύσκολες μέρες μακριά από τους δικούς σου ανθρώπους. Στη δική μου περίπτωση είναι οι φίλοι μου, η γιαγιά μου κι ο ξάδερφός μου που είναι η ζωή μου όλη. Σήμερα μου είπαν ότι άμα πάω Ελλάδα θα δω κι εγώ ότι θα με έχει περάσει στο ύψος, τόσο λέει μεγάλωσε, όχι ότι εγώ είμαι και κανάς Φασούλας αλλά το άτιμο 10 χρονών και είναι πάνω από 1.60.

Οι φίλοι είναι μια άλλη κατηγορία. Δεν ξέρω αν οι περισσότεροι που τα μάζεψαν κι έφυγαν θα συμφωνήσουν αλλά όταν φεύγεις ξέρεις ποια άτομα θα μείνουν φίλοι σου αλλά και πάλι δεν είναι ουσιαστικά φίλοι σου. Δηλαδή ναι, τους αγαπάς και σ'αγαπούν και ναι νοιάζεστε ο ένας για τον άλλον και μιλάτε και άντε να γράψετε και καμιά μαλακία να περάσει η ώρα αλλά σταματάς να είσαι μέρος της καθημερινότητας του άλλου. Σταματάς να ξέρεις όλα αυτά τα μικρά που έχουν σημασία όταν είσαι με τον άλλον πρόσωπο με πρόσωπο. Όλα αυτά τα χαζά που θα σου πει η φίλη σου στη σχολή κι ο κολλητός σου στον καφέ. Γιατί όταν ρωτήσεις τι νέα; θα σου πει τα βασικά, μόνο αυτά δεν θα θυμηθεί τα άλλα τα χαζά. Ούτε κι εγώ θα τα θυμηθώ από τη μέρα μου. Αλλά αυτό. Κι έτσι δεν ξέρω, χάνεται κάτι. Και χάνομαι κι εγώ στη μοναξιά μου.

Έπειτα είναι κι η νοσταλγία. Για τα πάντα. Έφτασα ακόμα και σε σημείο να νοσταλγώ την κούπα με την οποία έπινα καφέ κάθε μέρα στο σπίτι μου στην Αθήνα. Μου λείπουν τα πάντα και οι πάντες. Μου λείπουν οι απροοπτοι καφέδες με τα παιδιά και τα σουβλάκια το βράδυ, να κάνουμε βόλτα στο Θησείο και κάτω από την Ακρόπολη, στην Πλάκα, στην Πνύκα, δίπλα στη θάλασσα στον Φλοίσβο και στη Βουλιαγμένη. Μου λείπει να πηγαίνω σ'αυτό το κωλοχανείο του ΤΕΙ Αθήνας που είχα περάσει από σπόντα όταν είχα δώσει τα χειρότερα γραπτά της ζωής μου γιατί εκεί είχα περάσει τις καλύτερες στιγμές της ζωής μου. Μου λείπει η Βίκυ που μεγαλώσαμε μαζί, μου λείπουν η Εβίνα, η Κική κι ο Αντρέας από το σχολείο, μου λείπουν τα παιδιά από τη σχολή η Αναστασία, η Βασιλική, η Αργυρώ, η Βέφα, η Μαρία κι ο Άλκης, μου λείπουν η Σάντυ, ο Βασίλης, η Βάσια κι η Βανέσσα που ήταν μεγάλο μέρος της ζωής μου από σπόντα. Και το κακό είναι ότι πόσες φορές να τους πεις ότι σου λείπουν και ότι τους αγαπάς; Γιατί ναι, τώρα κάθε φορά που μιλάμε, όποτε μιλάμε, κλείνω τη συζήτηση με ένα μου λείπετε ρε γαμώτο και σας αγαπάω πολύ, σαν μια γκομενίτσα ξέρωγω :P

Μου λείπει το σπίτι μου και το κρεβάτι μου και το μαξιλάρι μου και το πόσο βολεμένη ήμουν στην ζωή μας εκεί γιατί εκεί ανήκαμε και ξαφνικά χρειάστηκε να φύγουμε λόγω κρίσης γιατί άμα μέναμε δεν θα μπορούσαμε να ζήσουμε.

Χθες διάβαζα ένα βιβλίο το The Fault in our Stars του John Green και τέλος πάντων η πρωταγωνίστρια του βιβλίου (έτσι τους λένε αυτούς που έχουν κυρίαρχο ρόλο στα βιβλία; Δεν ξέρω) χάνει από καρκίνο τον μοναδικό άνθρωπο κοντά της που μπορούσε να μιλήσει και να πει οποιαδήποτε βλακεία, να εκμυστηρευτεί οτιδήποτε, έχασε τον μοναδικό άνθρωπο που πέρασε ωραία μαζί. Και όταν διάβαζα αυτό το κομμάτι ξέσπασα σε τέτοια κλάμματα γιατί ήταν που ήταν συγκινητικός ο τρόπος γραφής του Γιαννάκη του Γκριν αλλά και γιατί ταυτίστηκα με την κοπέλα γιατί κι εγώ τους έχασα από δίπλα μου, μας χώρισε ένας άλλος, διαφορετικός καρκίνος, η απόσταση. Το "μου λείπετε" δεν φτάνει για να δείξω πόσο πραγματικά λείπουν από μέσα μου, από την ψυχή μου. Είναι κομμάτι της ζωής μου, είναι η ζωή μου εκεί τα πρώτα 19 χρόνια της ζωής μου και τώρα, σχεδόν 1 χρόνο μετά θα έχω ζήσει ένα χρόνο στην Αγγλία. Έχω να τους δω και να τους μιλήσω από κοντά από τις 8 Αυγούστου του 13 και ίσως για αυτό γράφω τώρα αυτές τις βλακείες και είμαι τόσο συναισθηματικά φορτισμένη αλλά ναι.. Κάπως έτσι.

Στις 21 Μαΐου του '13 είχαν έρθει τα παιδιά από τη σχολή να με χαιρετήσουν φεύγοντας για εδώ στο αεροδρόμιο κι εγώ ένιωθα περίεργα γιατί δεν ήξερα πως νιώθω ή πως να φερθώ. Αν μπορούσα τώρα να πάω σε εκείνη τη στιγμή θα τους αγκάλιαζα όλους τόσο πολύ που δεν θα τους άφηνα να φύγουν από κοντά μου για να έχουμε να λέμε μαλακίες για μια ζωή.

Και οι μέρες περνάνε λοιπόν, κι εγώ ειμαι εδώ να ψάχνω για το πόσο κάνουν τα εισιτήρια για να πάω έστω και για μια βδομάδα πίσω, με τις όμορφες στιγμές να είναι στο μυαλό μου σε κάθε ποστ στο φέισμπουκ που θα πούμε χαζομάρες και με κάποια δάκρυα, να κλαίω θέλοντας να είμαι μαζί τους σε γενέθλια,  Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, στους καφέδες της κοπάνας από τη σχολή και στα πάντα. Περιμένοντας μέχρι να έρθει η στιγμή που θα τους ξαναδώ όλους και θα τους αγκαλιάσω έναν έναν και θα τσιρίξουμε από τα γέλια.

Μόνο με την αγάπη προχωράμε στη ζωή μας, το έχετε καταλάβει κι εσείς έτσι;



Σάββατο 22 Ιουνίου 2013

Κάτι δικά μου...

   Και που λες, έρχεται η μέρα που τα πάντα φωνάζουν "φεύγω" κι εσύ από μέσα σου αναρωτιέσαι τι στο καλό νιώθεις. Το ξέρεις πως δεν είναι ένα ταξίδι που θα φύγεις για λίγο και θα γυρίσεις, είναι ταξίδι ζωής. Οι φίλοι μου με λένε ξενιτεμένη, "πως πάει η ξενιτιά;" αλλά βαριά λέξη ρε γαμώτο η ξενιτιά, ποτέ δεν μου πολυάρεσε.
   Μετά από ένα μήνα και κάτι ακόμα δεν ξέρω τι νιώθω ή πως να νιώσω... Απλά κατάλαβα ποιους ανθρώπους είχα στη ζωή μου και τους χρειαζόμουν πραγματικά και ποιοι ήταν απλά περαστικοί. Άσε που συνειδητοποιείς μετά από τον αποχαιρετισμό ποιοι πραγματικά σε εκτιμούσαν, σ'αγαπούσαν, σε χρειαζόντουσαν και ποιοι απλά δεν νοιάζονταν όσο έδειχναν. Η αλήθεια είναι ότι σε κάποια φάση το χαίρεσαι κιόλας που έχεις φύγει από όλους κι από όλα γιατί ένιωθες μπουχτισμένος. Στην επόμενη φάση σου λείπουν όλοι και όλα, η οικογένειά σου, οι φίλοι σου, τα μέρη σου, ο ήλιος, τα φαγητά, τα ακούσματα... Ώσπου πας στην ορθόδοξη εκκλησία της πόλης και ακούς επιτέλους ελληνικά, συγκινήσε από την κυριακάτικη λειτουργία και νιώθεις πάλι "σπίτι σου". Όπως είναι φυσικό, γνωρίζεις και τους υπόλοιπους (επί το πλείστον) Έλληνες. Μια μεγάλη παρένθεση εδώ, μέσα στην τόση χαρά που νιώθεις μόλις μπαίνεις στην εκκλησία αλλή τόση απογοήτευση νιώθεις με τους Έλληνες που ζουν εκεί. Άνθρωποι που καμία σχέση δεν έχουν με την ελληνική κουλτούρα και ζεστασιά, μια μύτη μέχρι τον συννεφιασμένο ουρανό της Αγγλίας και μια κρυφή αντιμετώπιση του "Τι ήρθατε να κάνετε εσείς εδώ; Δεν καθόσασταν στα αυγά σας;" Και βέβαια, αγνοούν πλήρως την κατάσταση που επικρατεί στη χώρα τους και όχι, δεν καταλαβαίνουν ποιοί λόγοι σε ώθησαν να φύγεις. Λες και ξύπνησες μια μέρα και είπες, ε, δεν έχω τι να κάνω, δεν ξενιτεύομαι να περάσει η ώρα μου;
   Ξεχνώντας όλα αυτά και θέλοντας να γεμίσεις τη ζωή σου κοιτάς να περάσεις καλά αλλά οι μοναχικές βόλτες και οι ποδηλατάδες πολλές φορές ζητάνε παρέα.. Και βασικά με τα άτομα που συνήθως είχες καθημερινή επαφή, όταν φεύγεις δεν έχεις και ύστερα σκέφτεσαι ότι εσύ είσαι τόσο μακριά και μπορεί να έχουν δουλειές και να τους ενοχλήσεις ή να έχουν τα δικά τους και μετά σκέφτεσαι να πάρω ένα τηλέφωνο, να στείλω ένα μήνυμα αλλά τι να σου κάνουν κι αυτά και πόσες ώρες να ξοδέψεις στο skype με τις κλήσεις για να αναπληρώσεις το κενό της παρέας; Κι ύστερα έρχεται η στιγμή που δεν έχεις σε ποιον να πεις ότι είχες άσχημη μέρα γιατί ίσως να είχε κι αυτός άσχημη μέρα και να τον ενοχλήσεις και που να ξέρεις πως να είναι η ζωή του τώρα; Κι ύστερα έρχεται η στιγμή που λες ας πάει στα κομμάτια, θα γράψω ένα ποστ στο μπλογκ και το γράφεις και τρέχουν δάκρυα στα μάτια σου ασταμάτητα και σου λείπουν όλοι και όλα...




Home again, Home again...
One day I know I'll feel home again
Born again, born again
One day I know I'll feel strong again...

Τρίτη 30 Απριλίου 2013

Όσα δεν μας άγγιζαν τόσο...

Δεν ξέρω τελικά γιατί πρέπει να αναγκαστείς να ζήσεις κάτι πολύ μεγάλο, δυνατό ή όποιον άλλο επιθετικό προσδιορισμό μπορεί να δώσει κάποιος, για να εκτιμήσεις κάτι. Δηλαδή δεν ξέρω, απλά μπορεί να συνέβη κάτι παρόμοιο και πιο παλιά αλλά να μην είχες βάλει τον εαυτό σου σε αυτή τη φάση, να μην τον είχες δει να το ζει και να μην φανταζόσουν πως θα μπορούσε να είναι αυτό.

Ήμουν στην αποβάθρα του μετρό και ήρθε ένα παππούς και μου ζήτησε μια βοήθεια. "Συγγνώμη, δεν έχω." Αυτή ήταν η απάντηση μου. Ειλικρινής μεν, είχα βγει με 85 λεπτά του ευρώ από το σπίτι και μου είχαν μείνει τα 15 γιατί αγόρασα το εισιτήριο και τι να του έδινα, 15 λεπτά; Αλλά αυτό που δεν μου άρεσε αυτή τη φορά ήταν ότι μου βγήκε αβίαστα από το στόμα, ότι δεν πρόσεξα τα μάτια αυτού του ανθρώπου, δεν τον κοίταξα. Ένα ξερό συγγνώμη...

Έρχεται το μετρό, μπαίνω μέσα, κλείνουν οι πόρτες. Έξω, σ'όλη την αποβάθρα μόνος του ο παππούς με μια απόγνωση στο βλέμμα που την είχα δει στα μάτια των γονιών μου πριν μερικούς μήνες... Ποιος ξέρει, ήταν άρρωστος, είχε παιδιά; Εγγόνια; Που έμενε; Έτρωγε τίποτα;

Ένιωθα τόσο αδύναμη που δεν μπορούσα να του δώσω κάτι και στεναχωρήθηκα τόσο πολύ που μέχρι σήμερα σκέφτομαι το βλέμμα του και όσο κι αν τον έψαξα μετά από ένα μισάωρο που πήρα χρήματα και γύρισα να του δώσω, δεν τον βρήκα...

Γιατί ρε γαμώτο, μπορεί να ήμασταν εμείς στη θέση του, εσείς, αυτοί, άλλοι, εγώ... Τότε δεν θα θέλαμε να ήταν κάποιος, να βρισκόταν κάποιος στο δρόμο του και να τον βοηθούσε; Αν ήταν ο πατέρας μας, ο αδερφός μας, ο γιος μας; Δεν θα θέλαμε να τον βοηθήσει κάποιος; Έτσι δεν είναι; Γιατί ρε γαμώτο να κοιτάμε πια μόνο την καμπούρα μας; Γιατί να μας έχουν φέρει σε σημείο να χάνουμε την αξιοπρέπειά μας; Γιατί να μην μπορούμε να έχουμε έστω μια απλή και αξιοπρεπή ζωή; Γιατί;



Κυριακή 17 Μαρτίου 2013

Φεύγοντας...

   Έρχεται ξαφνικά -είτε το περιμένεις είτε όχι- η στιγμή που ονειρευόσουν για χρόνια ολόκληρα, από μικρό παιδί, που ίσως να μην ήταν και το όνειρο που είχες πάνω πάνω στην καρδιά σου, το πρώτο απ'όλα τα άλλα, αλλά ήταν σίγουρα το δεύτερο. Αυτό το όνειρο για μένα ήταν να φύγω από την Ελλάδα, να σπουδάσω και να ζήσω στο εξωτερικό. Να φτιάξω τη ζωή μου εκεί. Δεν ξέρω γιατί το ήθελα, απλά πάντα θυμάμαι από παιδί στο δημοτικό όταν ήμουν να λέω "Μαμά εγώ θα σπουδάσω στην Αγγλία, στο λέω". Τσαούσικο και πεισματάρικο από τότε, αυτό που ήθελα θα έβρισκα τρόπο να γίνει. Γιατί το ήθελα, το ονειρευόμουν. Και έχετε ακούσει κι εσείς τι λένε για τη δύναμη των ονείρων που κουβαλάμε στην ψυχή μας, ε;

   Έρχεται και σου αλλάζει όλη τη ζωή, την καθημερινότητα, τις σκέψεις, το πρωινό ξύπνημα, τον τρόπο που καπνίζεις κρυφά το τσιγάρο σου και τον τρόπο που κάνεις αυτότοπωςτολένεοιΆγγλοιμωρέ; Α ναι, daydreaming. Γιατί είμαι κι ονειροπόλα ρε παιδί μου!

   Η συνέχεια έχει μερικά απλά βήματα. Ανακοινώνεις τα σχέδιά σου σε φίλους, γνωστούς, συγγενείς, χαίρεσαι μόνη σου κάθε στιγμή της ημέρας (και της νύχτας, στα όνειρά σου). Βέβαια η χαρά δεν φτάνει από μόνη της γιατί συνειδητοποιείς ότι αναπόφευκτα αφήνεις το πατρικό σου και τους δικούς σου ανθρώπους μερικές ώρες αεροπλάνου μακριά. (Δεν ξέρω αν βγάζει νόημα αυτό το "ώρες αεροπλάνου" αλλά ναι, καταλάβες :Ρ) Συνειδητοποιείς ότι ξαφνικά παρατάς τα πάντα για να ξαναβρείς κάποια άλλα πάντα που πιθανότατα θα είναι καλύτερα αλλά θα είναι πάντα "άλλα". Ίσως και σε άλλες περιπτώσεις ακόμα πιο δύσκολο θα ήταν για κάποιον άνθρωπο να αφήσει τη σχέση του γιατί μπορεί μια σχέση Θεσσαλονική-Αθήνα να κρατήσει, βεβαίως και μπορεί. Αλλά μια σχέση Λονδίνο-Αθήνα, πόσο θα μπορούσε να κρατήσει; Θα έμεναν όλα ίδια; Δυστυχώς ή ευτυχώς στη δική μου περίπτωση σχέση δεν υπάρχει οπότε το βλέπω σαν ελαφρυντικό.

   Με αυτό το βήμα που πρόκειται να κάνω έμαθα και τι σημαίνω για κάποια άτομα. Ίσως να είναι και λίγο εγωιστικό αυτό, δεν ξέρω, που ήθελα να μάθω αν τελικά σήμαινα κάτι σε μερικά άτομα. Άλλοι χάρηκαν, άλλοι λυπήθηκαν, άλλοι ζήλεψαν...

   Ύστερα, υπάρχει ένα διάστημα ανάμεσα στο "μαθαίνω πως θα φύγω" και "ήρθε η μέρα που παίρνω τη βαλίτσα μου για άλλες πολιτείες", εγώ κι η Βιτάλη ένα πράμα. Δεν μπορούσα να φανταστώ ποτέ μα ποτέ πόσα συναισθήματα και πόσες ανησυχίες θα μπορούσε να έχει κάποιος σε αυτή τη φάση. Είναι αυτό που λένε έξω από το χορό πολλά λόγια λες, ή αυτό που λένε μπαίνεις στα παπούτσια του άλλου. Γελάω μόνη μου τώρα γιατί δεν ξέρω αν τελικά ταιριάζει αυτό που είπα αλλά δε βαριέσαι;! Κλαψόγελος, στην αρχή το δάκρυ κορόμηλο και τώρα χαζογελάκια. Καμμένη ρε φίλε!

   Μαθαίνω που λέτε πως θα φύγω και τραλαλο και τέλεια όλα και μετά:
-Και που θα σπουδάσω;
-Και τι θα σπουδάσω; Θα συνεχίσω τις ίδιες σπουδές με εδώ ή θα αλλάξω;
-Και που θα μείνουμε;
-Κι αν κάτι στραβώσει και μείνουμε ξεκρέμαστοι;
-Κι αν δεν με σηκώσει το κλίμα;
-Κι αν, κι αν, κι αν, κι αν;
Και φτάνουμε και στα πιο συναισθηματικά
-Και θα χάσω εμένα, και θα ξεχάσω τα ελληνικά, θα ξεχάσω τον εαυτό μου πίσω, δεν θα έχω παρέα, θα βρέχει, θα χιονίζει, θα, θα, θα ΣΚΑΤΑ. Είναι ξερίζωμα, που πας ρε Αναστασία, κάτσε εδώ μαρή, που πας στους κρυόκωλους εκεί πάνω, που;

Ψυχαναγκαστικά πράματα ξέρωγω. Πόσο μονόλογο να αντέξει ένας άνθρωπος;

   Στους γονείς μου δεν δείχνω όλες αυτές τις ανησυχίες, ξέρω ότι είναι ήδη ένα πολύ μεγάλο βήμα γι'αυτούς και δεν θέλω να τους φορτίζω με όλες αυτές τις σκέψεις. Χαζομάρα, το ξέρω, αλλά δεν γίνεται να τους αγχώσω ή να τους στεναχωρήσω με αυτά που στην τελική σε λίγους μήνες δεν θα είναι καν ερωτήματα.

   Σταματώ τις βλακείες εδώ, ακούστε αυτό.



Άνοιξα το ραδιόφωνο ένα πρωί και άρχισε να παίζει αυτό. Δεν ξέρω αν ήταν σημάδι, δεν ξέρω αν γράφτηκε για μένα, δεν ξέρω.

Το μόνο που ξέρω είναι πως "μια λιακάδα μου αξίζει..."
Γιατί.. χαμογελάμε για να συνεχίσουμε και γελάμε δυνατά για να αντέξουμε. Έτσι δεν είναι; ♥

Α και κάτι που διάβασα κάποτε και απο τότε το έχω σε post-it στον φελλοπίνακα δίπλα στο γράφειο μου: "Life is what happens when you are busy making other plans". Έτσι είναι!

Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2013

[Λαχταρώ]

Εγώ θέλω να κοιμάμαι πλάι σου.
Και να σου κάνω τα ψώνια σου, και να σου κουβαλάω τις σακούλες σου,
Και να σου λέω πόσο πολύ μου αρέσει να είμαι μαζί σου,
Και να θέλω να παίζουμε κρυφτό,
Και να σου δίνω τα ρούχα μου, και να σου λέω πόσο μ' αρέσουν τα παπούτσια σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να κάνεις μπάνιο,
Και να σου τρίβω το σβέρκο σου,
Και να σου φιλάω τα πόδια σου,
Και να σου κρατάω το χέρι σου,
Και να βγαίνουμε για φαγητό, και να μη με νοιάζει που θα μου τρως το δικό μου,
Και να σου δακτυλογραφώ την αλληλογραφία σου, και να σου κουβαλάω τα ντοσιέ σου,
Και να γελάω με την παράνοια σου,
Και να σου δίνω κασέτες που δεν θα τις ακούς, και να βλέπουμε καταπληκτικές ταινίες, και να βλέπουμε απαίσιες ταινίες, και να μαλώνουμε για το ραδιόφωνο,
και να σε βγάζω φωτογραφίες όταν κοιμάσαι,
και να σηκώνομαι πρώτος για να σου φέρω καφέ και κουλούρια και γεμιστά κρουασάν,
Και να πηγαίνουμε για καφέ στο Φλοράντ τα μεσάνυχτα,
Και να σ' αφήνω να μου κάνεις τράκα τσιγάρα,
Και να μην καταφέρνω ποτέ να βρω ένα σπίρτο,
Και να σου λέω τι είδα στην τηλεόραση χτες το βράδυ,
Και να μη γελάω με τα αστεία σου, και να σε θέλω το πρωί αλλά να σ' αφήνω να κοιμηθείς λίγο ακόμα.
Και να φιλάω την πλάτη σου, και να χαϊδεύω το δέρμα σου.
Και να σου λέω πόσο μα πόσο αγαπώ τα μαλλιά σου, τα μάτια σου, τα χείλη σου, το λαιμό σου, το στήθος σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες και να καπνίζω, ώσπου να γυρίσει σπίτι ο διπλανός σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να γυρίσεις σπίτι εσύ,
Και να τρελαίνομαι όταν αργείς,
Και να ξαφνιάζομαι όταν γυρίζεις νωρίτερα,
Και να σου χαρίζω ηλιοτρόπια,
Και να πηγαίνω στο πάρτι σου και να χορεύω ώσπου να πέσω ξερός,
Και νά 'μαι δυστυχισμένος όταν έχω άδικο,
Και νά 'μαι ευτυχισμένος όταν με συγχωρείς,
Και να χαζεύω τις φωτογραφίες σου,
Και να παρακαλάω να σ' ήξερα μια ζωή.
Και ν' ακούω τη φωνή σου στο αυτί μου,
Και να νιώθω το δέρμα σου πάνω στο δέρμα μου,
Και να τρομάζω όταν θυμώνεις,
Και τό 'να σου μάτι να κοκκινίζει και το άλλο γαλάζιο,
Και να σ' αγκαλιάζω όταν σε πιάνει αγωνία,
Και να σε κρατάω σφιχτά όταν πονάς,
Και να σε θέλω όταν σε μυρίζω,
Και να σε πληγώνω όταν σε αγγίζω,
Και να κλαψουρίζω όταν είμαι πλάι σου, και να κλαψουρίζω όταν δεν είμαι,
Και να κυλάει το σάλιο μου πάνω στο στήθος σου,
Και να σε πλακώνω και να σε πνίγω τις νύχτες,
Και να ξεπαγιάζω όταν μου παίρνεις τις κουβέρτες, και να ζεσταίνομαι όταν δεν μου τις παίρνεις,
Και να λιώνω όταν χαμογελάς και να διαλύομαι όταν γελάς,
Και να μην καταλαβαίνω όταν λες ότι σε απορρίπτω,
Και ν' αναρωτιέμαι πως σου πέρασε ποτέ απ' το νου ότι εγώ θα μπορούσα ποτέ να σε απορρίψω,
Και ν' αναρωτιέμαι ποια είσαι αλλά να σε δέχομαι έτσι όπως είσαι,
Και να σου λέω για το μαγεμένο δάσος, τον άγγελο του δέντρου, το αγόρι που πέρασε πετώντας τον ωκεανό επειδή σ' αγαπούσε,
Και να σου γράφω ποιήματα, και να αναρωτιέμαι γιατί δεν με πιστεύεις,
Και να σ' αγαπάω τόσο βαθιά που να μην μπορώ να το βάλω σε λόγια,
Και να θέλω να σου πάρω ένα γατάκι που θα το ζηλεύω γιατί θα το προσέχεις περισσότερο από μένα,
Και να μη σ' αφήνω να σηκωθείς απ' το κρεβάτι όταν πρέπει να φύγεις,
Και να σου αγοράζω δώρα που εσύ δεν τα θέλεις, και πάλι να τα παίρνω πίσω,
Και να σου λέω να παντρευτούμε, και συ να μου λες πάλι όχι,
Αλλά εγώ να στο λέω και να στο ξαναλέω, γιατί όσο κι αν νομίζεις πως δεν το λέω σοβαρά εγώ πάντα σοβαρά το έλεγα, από την πρώτη φορά που στο είπα,
Και να τριγυρίζω στη πόλη και να τη νιώθω άδειος χωρίς εσένα,
Και να θέλω ότι θέλεις,
Και να νομίζω πως χάνομαι, αλλά να ξέρω πως πλάι σου είμαι ασφαλής,
Και να σου μιλάω για ότι χειρότερο έχω μέσα μου,
Και να προσπαθώ να σου δίνω ότι καλύτερο έχω μέσα μου γιατί δεν σου αξίζει τίποτα λιγότερο
Και να σου λέω την αλήθεια αν και κατά βάθος δεν θέλω
Και να προσπαθώ να είμαι ειλικρινής γιατί ξέρω πως το προτιμάς,
Και να νομίζω πως όλα τέλειωσαν, κι ωστόσο να περιμένω άλλα δέκα λεπτά πριν με πετάξεις έξω απ' ζωή σου,
Και να ξεχνάω ποιος είμαι,
Και να κάνουμε έρωτα στις τρεις το πρωί,
Και κάπως με κάποιο τρόπο να σου εκφράζω έστω και λίγο
Τον ακάθεκτο
Τον ακατάλυτο
Τον ακατάσβεστο
Τον μεταρσιωτικό
Τον ψυχαναλυτικό
Τον άνευ όρων, τον τα πάντα πληρούντα, τον δίχως τέλος και δίχως αρχή,
ΕΡΩΤΑ ΜΟΥ ΓΙΑ ΣΕΝΑ.




*Sarah Kane - Λαχταρώ

Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2013

Για ό,τι παλιό...μη μιλάς

   Εξεταστική, χαμός, αναβλητικότητα, διάβασμα, τα ξύνουμε και λίγο γιατί φοιτητές είμαστε στο κάτω κάτω, ε κάνας καφές εδώ κι εκεί, τα γνωστά πάνω κάτω.

   Ντάξει η αλήθεια είναι στην περίοδο της εξεταστικής όταν γυρνάω σπίτι αφότου έχω δώσει μάθημα είμαι λίγο αλλού, πες είναι η κούραση, η πίεση, το άγχος; Δεν ξέρω. Ειδικά όταν γυρνάω σπίτι με το μετρό βυθίζομαι στο κάθισμα και βάζω τα ακουστικά στο φουλ μέχρι να φτάσω.
   Μια τέτοια μέρα ήταν και η προχθεσινή που λέτε. Είχα κι ένα περίεργο προαίσθημα από το πρωί... Τελικά το προαίσθημα δικαιώθηκε γιατί είδα κάποιον που δεν ήξερα αν ήθελα να δω, που δεν ήξερα αν έπρεπε να τον χαιρετήσω, που δεν ήξερα τι να πω. Τον απέφυγα. Δεν είπα τίποτα. Τι να πεις άμα έχεις να μιλήσεις στον άλλον σχεδόν ένα χρόνο; Αυτός γυρνούσε από τη δουλειά λογικά, εγώ κομμάτια από τη σχολή. Κοίταξα αλλού  -μαλακία μου. Αν και με την άκρη του ματιού μου είδα πως έκανε κι εκείνος το ίδιο. Ντάξει είχε αλλάξει. Και ταράχτηκα που τον είδα, δεν περίμενα να τον δω.
  
   Μετά καθόμουν και σκεφτόμουν σαν χαζό, γιατί να πάρει τέτοια τροπή η κατάσταση; Ξέρεις, μου φαίνεται περίεργο πως κατέληξες να είσαι "ξένος" σε έναν άνθρωπο που έλεγες τα πάντα, μοιραζόσουν τα εύκολα, τα δύσκολα, τα όμορφα, τα αλλιώτικα. Ήταν ο άνθρωπος που μου έλεγε καληνύχτα και στον ύπνο μου συνέχιζα να ονειρεύομαι. Δεν ξέρω, είναι λάθος, πολύ λάθος να μην λες ούτε ένα "γεια" στο τέλος μιας σχέσης.
   Εδώ να πω ένα πράγμα, ό,τι προηγούμενο είναι προηγούμενο για κάποιο λόγο. Τα πισωγυρίσματα με μαθηματική ακρίβεια βγάζουν σε λάθος αποτέλεσμα. Ξεπερνάς και πας παρακάτω. Όμως ρε γαμώτο μου, θες να ακούσεις ένα "Είσαι καλά;". Θα είναι ειλικρινές, ανθρωπος που νοιαζόταν για σένα αληθινά θα συνεχίσει να νοιάζεται...

"Πράσινα γλυκά μου μάτια..."

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2012

Αυτό που...

Και τι είναι αυτό που σε κάνει να σπας τα βράδια;
Τι γίνεται και... κάτι αλλάζει...
Ξέρεις, μπορεί να θες να είσαι αισιόδοξος αλλά κάτι συμβαίνει και δεν αντέχεις και λες δεν αξίζει και το αξίζω...

Κάποιος κάποτε μου είπε πως ζούμε πολλά κακά μαζεμένα για να ζήσουμε μια στιγμή κάτι καλό... και μετά πάλι από την αρχή.

Νομίζω το πιστεύω κι εγώ πια, δεν το πίστευα γιατί ξέρω γω είμαι αισιόδοξο άτομο και πάντα μα πάντα θα χαμογελάσω και στα χειρότερα...
Θα μου πεις τι τόσο κακό έχεις ζήσει εσύ πια, σε λίγο κλείνεις τα 20, τι σου βαραίνει τόσο την ψυχή;
Και να θέλει κάποιος δεν ξέρω αν μπορώ να εξηγήσω αλλά πλέον μαζεύονται τόσα πολλά μέσα μου κι ακούω τόσα γύρω μου που δεν θέλω να τα ξέρω...

Κι αυτή η αγκαλιά που ζητάμε είναι μια αγκαλιά τίποτα παραπάνω, που όμως δείχνει τόσα πολλά. Και δεν ξέρω ρε γαμώτο μου, δεν ξέρω. Θέλω να αλλάξω τόσα πολλά και ξεχνάω να αλλάξω την διάθεσή μου πλεόν.

...τουλάχιστον δεν θα σταματήσω ποτέ μα ποτέ να κάνω όνειρα, αυτά σε πάνε μπροστά...
Εκεί θα γυρεύουμε τις όμορφες αναμνήσεις και τα θέλω που έρχονται...


(To be continued)

Τετάρτη 29 Αυγούστου 2012

Η συνομωσία της σιωπής

Καλάβρυτα, ένα μεγάλο "χωριό" της Πελοποννήσου το οποίο περιβάλλεται από πολλά ελατοδάση και πολλά ζώα τα έχουν σαν δικό τους σπίτι. Όπως κάθε καλοκαίρι έμεινα αρκετές μέρες στο Λεχούρι, το οποίο είναι η ιδιαίτερη πατρίδα της μαμάς μου. Το Λεχούρι είναι το τελευταίο χωριό ανεβαίνοντας το βουνό και περιτριγυρίζεται από βουνά με ελατοδάση. Με λίγη παρατηρητικότητα διαπιστώσαμε πως κάτι "έλειπε" από ένα από τα βουνά. Έλειπαν έλατα. Έλατα χρόνων, έλατα όμορφα και περήφανα που στέκονταν εκεί πριν ακόμη γεννηθεί ο παππούς μου εκεί.

 Βλέπετε το βουνό με τη χαράδρα στη μέση, στα δεξιά της φωτογραφίας; Είναι το βουνό που καταστρέφουν.


Συγκριτική φωτογραφία ενός σημείου του ίδιου βουνού. Τραβήχτηκαν την ίδια ώρα, με διαφορά 2 χρόνων. Η μία το 2010 και η άλλη το 2012.

Αυτό που με στεναχώρησε περισσότερο από όλα είναι το γεγονός ότι οι κάτοικοι του χωριού ήξεραν για αυτή την οικολογική καταστροφή και μάλιστα μερικοί ήταν και είναι μέρος αυτής. Έχουν σαν κύρια δουλειά τους να πουλούν τα έλατα που παράνομα έχουν κόψει. Κάθε καλοκαίρι πάνε και τσεκουρώνουν την βάση του κορμού τους, μα δεν τα κόβουν. Περιμένουν τον χειμώνα να ρίξει χιόνι, να πέσει βάρος στα δέντρα. Ύστερα αυτά να πέσουν, να ξεραθούν και τον επόμενο Σεπτέμβρη να τα μαζέψουν έτοιμα, ξερά και κατάλληλα για τζάκι.
 Κανείς δεν λέει τίποτα όμως.
Φοβούνται; Δεν ξέρω. Το μόνο που ξέρω είναι πως σε λίγα χρόνια θα βγαίνω στην αυλή του σπιτιού μου και θα βλέπω ένα καραφλό βουνό. Όχι μόνο από έλατα αλλά κι από ζωή. Κι αυτό είναι κάτι που δεν θέλω.

Κυριακή 1 Ιουλίου 2012

Ένα τραγούδι και μια ιστορία για όλα αυτά τα ''δεν μπορώ'' που πιστέψαμε.

- "Δεν μπορώ" του είπα. "Δεν μπορώ!"
- "Σίγουρα;" με ρώτησε αυτός.
- "Ναι. Πολύ θα ήθελα να να μπορούσα να σταθώ μπροστά της και να της πω τι νιώθω... Ξέρω, όμως, ότι δεν μπορώ!!!"

Ο Χόρχε κάθισε σαν το Βούδα πάνω σ΄ εκείνες τις φριχτές μπλε πολυθρόνες του γραφείου του. Χαμογέλασε, με κοίταξε στα στα μάτια και, χαμηλώνοντας τη φωνή όπως έκανε κάθε φορά που ήθελε να τον ακούσουν προσεκτικά, μου είπε: "Να σου πω μια μια ιστορία..."
Και χωρίς να περιμένει να συμφωνήσω, ο Χόρχε άρχισε να αφηγείται:
Όταν ήμουν μικρός μου άρεσε πολύ το τσίρκο, και στο τσίρκο μου άρεσαν πιο πολύ τα ζώα.
Μου έκανε τρομερή εντύπωση ο ελέφαντας που, όπως έμαθα αργότερα, είναι το αγαπημένο ζώο όλων των παιδιών.
Στην παράσταση, το θεόρατο ζώο έκανε επίδειξη του τεράστιου βάρους του, του όγκου και της δύναμής του...
Όμως, μετά την παράσταση και λίγο προτού επιστρέψει στη σκηνή, ο ελέφαντας στεκόταν δεμένος συνεχώς σ΄ ένα μικρό ξύλο μπηγμένο στο έδαφος.
Μια αλυσίδα κρατούσε φυλακισμένα τα πόδια του.
Ωστόσο, το ξύλο ήταν αληθινά μικροσκοπικό κι έμπαινε σε ελάχιστο βάθος μέσα στο έδαφος.
Μολονότι η αλυσίδα ήταν χοντρή και ισχυρή, μου φαινόταν ολοφάνερο ότι ένα ζώο που μπορούσε να ξεριζώνει δέντρα με τη δύναμη του, θα μπορούσε εύκολα να λυθεί και να φύγει.
Το θεωρούσα αληθινό μυστήριο.
Μα τι τον κρατάει; Γιατί δεν το σκάει;
Όταν ήμουν πέντε ή έξι ετών ετών πίστευα ακόμα στη σοφία των μεγάλων.
Ρώτησα τότε κάποιον δάσκαλο ,τον πατέρα μου ή ένα θείο μου, για το μυστήριο του ελέφαντα.
Κάποιος μου εξήγησε ότι ο ελέφαντας είναι δαμασμένος.
Έκανα τότε την προφανή ερώτηση: "Κι αφού είναι δαμασμένος, γιατί τον αλυσοδένουν;"
Δε θυμάμαι να πήρα κάποια ικανοποιητική απάντηση.
Με τον καιρό, ξέχασα το μυστήριο του ελέφαντα με το παλούκι, και το θυμόμουν μόνο όταν βρισκόμουν με κάποιους που είχαν αναρωτηθεί κάποτε πάνω στο ίδιο θέμα
Πριν από μερικά χρόνια ανακάλυψα - ευτυχώς για μένα - ότι κάποιος είχε αρκετή σοφία ώστε ν΄ ανακαλύψει την απάντηση.
Ο ελέφαντας του τσίρκου δεν το σκάει γιατί τον έδεναν σ΄ένα παρόμοιο παλούκι από τότε που ήταν πολύ, πολύ μικρός.
Έκλεισα τα μάτια και φαντάστηκα τον νεογέννητο ανυπεράσπιστο ελέφαντα δεμένο στο παλούκι.
Είμαι βέβαιος ότι τότε το ελεφαντάκι είχε σπρώξει, τραβήξει και ιδρώσει πασχίζοντας να λευτερωθεί.
Μα, παρόλες τις προσπάθειές του, δεν τα είχε καταφέρει, γιατί το παλούκι ήταν πολύ γερό για τις δυνάμεις του.
Φαντάστηκα ότι θα κοιμόταν εξαντλημένο και την επόμενη μέρα θα προσπαθούσε ξανά, και τη μεθεπόμενη το ίδιο...
...Ώσπου μια μέρα, μια φρικτή μέρα για την ιστορία του, το ζώο θα παραδεχόταν την αδυναμία του και θα υποτασσόταν στη μοίρα του.
Αυτός ο πανίσχυρος και θεόρατος ελέφαντας που βλέπουμε στο τσίρκο δεν το σκάει γιατί νομίζει ότι δεν μπορεί, ο δυστυχής.
Η ανάμνηση της αδυναμίας που ένιωσε λίγο μετά τη γέννησή του είναι χαραγμένη στη μνήμη του.
Και το χειρότερο είναι ότι ποτέ δεν αμφισβήτησε σοβαρά αυτή την ανάμνηση.
Ποτέ μα ποτέ δεν ξαναπροσπάθησε να δοκιμάσει τις δυνάμεις του...

"Έτσι είναι, Ντεμιάν. Όλοι είμαστε λίγο - πολύ σαν τον τον ελέφαντα του τσίρκου.
Περιδιαβαίνουμε τον κόσμο δεμένοι σε εκατοντάδες παλούκια που μας στερούν την ελευθερία.
Ζούμε πιστεύοντας ότι "δεν μπορούμε" να κάνουμε ένα σωρό πράγματα , απλώς επειδή μια φορά, πριν από πολύ καιρό, όταν είμαστε μικροί, προσπαθήσαμε και και δεν τα καταφέραμε.
Πάθαμε τότε το ίδιο με τον ελέφαντα.
Χαράξαμε στη μνήμη μας αυτό το μήνυμα:
"Δεν μπορώ, δεν μπορώ και ποτέ δε θα μπορέσω."
Ο Χόρχε έκανε μια μεγάλη παύση. Ύστερα πλησίασε, κάθισε στο πάτωμα μπροστά μου και συνέχισε:
"Αυτό σου συμβαίνει, Ντέμι. Ζεις μέσα στα όρια της ανάμνησης ενός Ντεμιάν που δεν υπάρχει πια, εκείνου που δεν τα κατάφερε.
Ο μοναδικός τρόπος να μάθεις εάν μπορείς, είναι να προσπαθήσεις πάλι με όλη σου την ψυχή...Με όλη σου την ψυχή!

Του Χόρχε Μπουκάι 
 

Lazy Sunday

Καλό μήνα!!! Όμορφη Κυριακή, με ήλιο και λίγο αεράκι έτσι να σπάει αυτή η περίεργη ζέστη της πόλης.
Αυτή τη στιγμή θα έπρεπε να διαβάζω για την εξεταστική, δύσκολη όμως βρε αδερφάκι μου η εαρινή. Δεν είναι πράγματα αυτά, μέσα στο κατακαλόκαιρο να έχουμε διάβασμα, ε; :P
Δεν δίνω σημασία καμία στο διάβασμα για λίγο καιρό, το μυαλό μου χάνεται στη σκέψη των διακοπών που έρχονται. Σαντορίνη! Σκέφτομαι τα όμορφα βράδια δίπλα στη θάλασσα και τα υπόλοιπα στη βεράντα του σπιτιού της καλής μου φίλης που θα με φιλοξενήσει και απλά χαμογελάω...
Πίνω γλυκό καφεδάκι να με ξυπνήσει, χθες το βράδυ κοιμήθηκα αργά.
 Η μυρωδιά της χθεσινής νύχτας είχε κάτι από τυροκαυτερή, καβουροσαλάτα και ρακόμελο. Όμορφη βραδιά.
 Μαζί με τις προηγούμενες μέρες θα ήθελα να υπήρχεικ και κάτι από έρωτα κι αγάπη και γέλια... Κάτι γλυκό.
Τον καλοκαιρινό έρωτα δεν τον πίστευα. Τώρα φέτος πως άλλαξα γνώμη μην ρωτήσεις, θέλω να τον ζήσω με κάποιον τρόπο πάντως. Με τη χθεσινοβραδινή παρέα μου συζητούσα αυτό που λένε πολλοί τώρα τελευταία. "Θέλω να ερωτευτώ!" Μάλλον έχει επικρατήσει η άποψη πως άμα ερωτευτούμε θα τα δούμε όλα (ή σχεδόν όλα) όμορφα αυτήν την περίοδο... Εγώ συμφωνώ. Και το πιστεύω κι εγώ. Όταν ερωτεύεσαι όλα γίνονται καλύτερα, όλα είναι πιο εύκολα. Σου δίνουν δύναμη οι πεταλούδες; Δεν ξέρω. Η σκέψη του/της; Τα φιλιά του/της; Μακάρι...






*έλα να πετάξουμε μαζί πάνω από το φεγγάρι και τ'αστέρια...*





 
*Δώσ'μου ένα φιλάκι κι έλα πιο κοντά...*